Το 2019 το Shakespeare and Company συμπλήρωσε 100 χρόνια ζωής -ιδρύθηκε στις 19 Νοεμβρίου του 1919 στο Παρίσι. Ήταν το πρώτο αγγλόφωνο βιβλιοπωλείο της γαλλικής πρωτεύουσας και λειτουργούσε και ως δανειστική βιβλιοθήκη. Σημείο συνάντησης για όλους τους ανθρώπους των γραμμάτων, Άγγλους, Αμερικανούς, Ιρλανδούς και Γάλλους: από τον André Gide, τον Paul Valéry, τον TS Eliot, τον Ezra Pound, τον Ernest Hemingway και φυσικά τον James Joyce. Ιδιοκτήτριά του ήταν η Αμερικανίδα μετανάστρια Sylvia Beach.

Γεννημένη στη Βαλτιμόρη, έζησε σε μικρή ηλικία με την οικογένειά της στο Παρίσι και επέστρεψε στα τέλη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου για να σπουδάσει γαλλική λογοτεχνία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της γνώρισε την Adrienne Monnier, ιδιοκτήτρια ενός μικρού βιβλιοπωλείου που λειτουργούσε και ως δανειστική βιβλιοθήκη -η οποία παρέμεινε σύντροφος της για τα επόμενα 36 χρόνια. Η γνωριμία τους έκανε την Beach να ανοίξει ένα αντίστοιχο βιβλιοπωλείο στη Νέα Υόρκη αλλά δεν διέθετε το κεφάλαιο και τα ενοίκια ήταν πιο φθηνά στο Παρίσι. Έτσι, άνοιξε το βιβλιοπωλείο της στην οδό 8 rue Dupuytren.

Η αγάπη της Beach για τη λογοτεχνία την έκανε να ενθαρρύνει τους επισκέπτες να περιηγούνται και να διαβάζουν για ώρες χωρίς ποτέ να τους υποχρεώνει να αγοράσουν κάτι. Αυτή της η στάση ήταν που κατέστησε το βιβλιοπωλείο ως ένα φυσικό λιμάνι για το ρεύμα των συγγραφέων που συνέρρευσαν στη γαλλική πρωτεύουσα την περίοδο του Μεσοπολέμου. Το κατάστημα μεταφέρθηκε στην πορεία σε νέες εγκαταστάσεις, στην οδό de l’Odéon.

Το βιβλιοπωλείο της αποτελούσε την κύρια πηγή διανομής των περιοδικών «avant-garde» που δημοσίευαν μερικούς από τους σημαντικότερους ποιητές, μυθιστοριογράφους και κριτικούς των αρχών του 20ού αιώνα. Ένα από αυτά ήταν και το Egoist της Harriet Weaver, που δημοσίευσε πρώτο τα έργα του Joyce.

Όταν το αμερικανικό περιοδικό The Little Review αρνήθηκε να συνεχίσει τη δημοσίευση του μυθιστορήματος του Joyce Ulysses, το οποίο δημοσίευε σε συνέχειες, λόγω της καταδίκης του από δικαστήριο η Beach προσφέρθηκε να δημοσιεύσει η ίδια ολόκληρο το έργο. Το εγχείρημα αυτό έκανε το Shakespeare and Company παγκοσμίως γνωστό.

Η Οικονομική Ύφεση της δεκαετίας του ’30 όμως είχε βαθιές επιπτώσεις στο Shakespeare and Company. Όταν η Beach αρνήθηκε να πουλήσει το τελευταίο αντίγραφο του Finnegans Wake σε έναν Γερμανό αξιωματικό το 1941, αυτός απείλησε να επιστρέψει και να κατασχέσει όλα της τα βιβλία. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να κρύψει ολόκληρο το απόθεμά της σε ένα διαμέρισμα και να φύγει.

Η Beach δεν κατάφερε να ανοίξει ξανά το μαγαζί της. Παρευρισκόταν όμως συχνά στις υπογραφές βιβλίων του Richard Wright σε ένα νέο βιβλιοπωλείο, το Le Mistral, το οποίο είχε δημιουργηθεί από τον εκκεντρικό Αμερικανό, George Whitman. Σε ένα δείπνο, το 1958, του είπε ότι θα ήθελε να κρατήσει αυτός το όνομα Shakespeare and Company. Ενθουσιασμένος, ο Whitman μετονόμασε το κατάστημα του το 1964, δύο χρόνια μετά το θάνατό της και 400 χρόνια από την επέτειο της γέννησης του Σαίξπηρ.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 2001, στα 20α γενέθλια της κόρης του, Sylvia, ο Whitman παραδίδοντας της την σκυτάλη της έκανε δώρο την πρώτη έκδοση του Ulysses. Σήμερα είναι ιδιοκτήτρια του Shakespeare and Company ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρας της και της Sylvia Beach.

«Οι μεγάλες μου αγάπες ήταν πάντα η Adrienne Monnier, ο James Joyce και το Shakespeare and Company», έγραψε η Sylvia Beach.

Μία κόκκινη ξύλινη σκάλα που γράφει «I wish I could show you when you are lonely or in darkness the astonishing light of your own being» οδηγούσε τους επισκέπτες από το ισόγειο στον πρώτο όροφο, όπου λειτουργούσε και ως ξενώνας για τους ταξιδιώτες. Σε έναν από τους τοίχους επίσης γράφει «Be not inhospitable to strangers lest they be angels in disguise» επιβεβαιώνοντας τη φιλοσοφία του. Ο Whitman το αποκαλούσε «μια σοσιαλιστική ουτοπία που παριστάνει το βιβλιοπωλείο».

«Αυτό που είναι πιο σημαντικό, είναι πως ο George, προσκαλεί τους ανθρώπους να ζουν στο βιβλιοπωλείο. Ισχυρίζεται ότι πάνω από 40.000 άνθρωποι κοιμήθηκαν εκεί, άλλος λιγότερο χρόνο, άλλος περισσότερο, σε ένα από τα 13 κρεβάτια που βρίσκονται στο χώρο, ανάμεσα σε βιβλία. Το μοναδικό πράγμα που ζητάει είναι να στρώνει κανείς το κρεβάτι του το πρωί, να βοηθάει λίγο στις δουλειές του βιβλιοπωλείου και να διαβάζει ένα βιβλίο την ημέρα. Έζησα πέντε μήνες σ’ αυτό το μέρος και εμπνεύστηκα το δικό μου βιβλίο», λέει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Jeremy Mercer.

Τα συγκεκριμένα αποφθέγματα στη σκάλα και στον τοίχο υπάρχουν γραμμένα μέχρι και σήμερα. Μαζί με το βιβλιοπωλείο λειτουργεί κι ένα μικρό καφέ.

Posted by:dreamingofmylittlebookstore